Ευαγγέλιο κατά Μάρκου Θ’ 17-31 – Δ’ Κυριακή των Νηστειών – Ιωάννου της Κλίμακος – Ευαγγέλιο κατά Μάρκου Θ’ 17-31.

17 Και αποκριθείς εις εκ του όχλου είπε· διδάσκαλε, ήνεγκα τον υιόν μου προς σε, έχοντα πνεύμα άλαλον.

18 Και όπου αν αυτόν καταλάβη, ρήσσει αυτόν, και αφρίζει και τρίζει τους οδόντας αυτού, και ξηραίνεται· και είπον τοις μαθηταίς σου ίνα αυτό εκβάλωσι, και ουκ ίσχυσαν.

19 Ο δε αποκριθείς αυτώ λέγει· ω γενεά άπιστος, έως πότε προς υμάς έσομαι; έως πότε ανέξομαι υμών; φέρετε αυτόν προς με. και ήνεγκαν αυτόν προς αυτόν.

20 Και ιδών αυτόν ευθέως το πνεύμα εσπάραξεν αυτόν, και πεσών επί της γης εκυλίετο αφρίζων.

21 Και επηρώτησε τον πατέρα αυτού· πόσος χρόνος εστίν ως τούτο γέγονεν αυτώ; ο δε είπε· παιδιόθεν.

22 Και πολλάκις αυτόν και εις πυρ έβαλε και εις ύδατα, ίνα απολέση αυτόν· αλλ᾿ ει τι δύνασαι, βοήθησον ημίν σπλαγχνισθείς εφ᾿ ημάς.

23 Ο δε Ιησούς είπεν αυτώ το ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι.

24 Και ευθέως κράξας ο πατήρ του παιδίου μετά δακρύων έλεγε· πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τη απιστία.

25 Ιδών δε ο Ιησούς ότι επισυντρέχει όχλος, επετίμησε τω πνεύματι τω ακαθάρτω λέγων αυτώ· το πνεύμα το άλαλον και κωφόν, εγώ σοι επιτάσσω, έξελθε εξ αυτού και μηκέτι εισέλθης εις αυτόν.

26 Και κράξαν και πολλά σπαράξαν αυτόν εξήλθε, και εγένετο ωσεί νεκρός, ώστε πολλούς λέγειν ότι απέθανεν.

27 Ο δε Ιησούς κρατήσας αυτόν της χειρός ήγειρεν αυτόν, και ανέστη.

28 Και εισελθόντα αυτόν εις οίκον οι μαθηταί αυτού επηρώτων αυτόν κατ᾿ ιδίαν, ότι ημείς ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν αυτό.

29 Και είπεν αυτοίς· τούτο το γένος εν ουδενί δύναται εξελθείν ει μη εν προσευχή και νηστεία.

30 Και εκείθεν εξελθόντες παρεπορεύοντο διά της Γαλιλαίας, και ουκ ήθελεν ίνα τις γνω·

31 εδίδασκε γαρ τους μαθητάς αυτού και έλεγεν αυτοίς ότι ο υιός του ανθρώπου παραδίδοται εις χείρας ανθρώπων, και αποκτενούσιν αυτόν, και αποκτανθείς τη τρίτη ημέρα αναστήσεται.

Απόδοση στη νεοελληνική:

17 Και ένας από το πλήθος απεκρίθη, «Διδάσκαλε σού έφερα τον υιόν μου, που έχει πνεύμα άλαλον.

18 Όταν τον πιάση, τον ρίχνει κάτω και αφρίζει και τρίζει τα δόντια και γίνεται ξερός. Και είπα εις τους μαθητάς σου να το βγάλουν αλλά δεν μπόρεσαν».

19 Αυτός δε απεκρίθη, «Ω γενεά άπιστη, έως πότε θα είμαι μαζί σας, ῎εως πότε θα σας ανέχομαι; Φέρετέ τον σ’ εμέ».

20 Και του τον έφεραν. Και μόλις το πνεύμα τον είδε, αμέσως τον συνετάραξε και έπεσε εις την γην και εκυλιότανε και άφριζε.

21 Και ερώτησε τον πατέρα του, «Πόσος καιρός είναι από τότε που συνέβη αυτό;». Αυτός δε είπε, «Από παιδικής ηλικίας.

22 Πολλές φορές και στην φωτιά τον έρριξε και στα νερά, διά να τον εξολοθρεύση. Αλλ’ αν μπορής να κάνης τίποτε βοήθησέ μας, σπλαγχνίσου μας».

23 Ο δε Ιησούς του είπε, «Εάν μπορής να πιστέψης όλα είναι δυνατά εις εκείνον που πιστεύει».

24 Τότε φώναξε αμέσως ο πατέρας του παιδιού και με δάκρυα είπε, «Πιστεύω, Κύριε, βοήθησε την απιστίαν μου».

25 Όταν δε ο Ιησούς είδε ότι μαζεύεται κόσμος, επέπληξε το πνεύμα το ακάθαρτον και του είπε, «Το άλαλον και κωφόν πνεύμα, εγώ σε διατάσσω, έβγα από αυτόν και να μη μπης ποτέ πλέον μέσα του».

26 Αυτό, αφού εφώναξε και τον εσπάραξε δυνατά, εβγήκε, το δε παιδί έγινε σαν νεκρός, ώστε πολλοί να λέγουν ότι πέθανε.

27 Αλλ’ ο Ιησούς τον έπιασε από το χέρι, τον εσήκωσε και εστάθηκε όρθιος.

28 Και όταν ο Ιησούς εμπήκε εις το σπίτι, τον ερώτησαν οι μαθηταί του ιδιαιτέρως, «Γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να τ[ο βγάλωμε;».

29 Και αυτός τους είπε, «Το γένος αυτό δεν είναι δυνατόν να βγη με κανένα άλλο μέσον παρά με προσευχή και νηστείαν».

30 Και όταν έφυγαν από εκεί, επερνούσαν διά της Γαλιλαίας και ο Ιησούς δεν ήθελε να μάθη κανείς τίποτε,

31 διότι εδίδασκε τους μαθητάς του και τους έλεγε ότι ο Υιός του ανθρώπου θα παραδοθή εις τα χέρια ανθρώπων και θα τον θανατώσουν και αφού θανατωθή, την τρίτην ημέραν θα αναστηθή.