Ποιο είναι το σημείο με το οποίο αναγνωρίζουμε πως ένας χριστιανός βρίσκεται κοντά στο Χριστό;

Εκείνος που βρίσκεται κοντά στο Χριστό στρέφεται συχνά προς Εκείνον με αγάπη και πίστη.

Προφέρει συχνά το γλυκύτατο όνομά Του, Τον καλεί σε βοήθεια.

Τα μάτια του, οι σκέψεις του κι η καρδιά του είναι συνέχεια στραμμένα πάνω Του.

Ο Χριστός αποκαλύπτεται στα χείλη του, στη ματιά του.

Χωρίς το Χριστό είναι αδύναμος, δεν έχει χαρά μέσα του.

Ο άνθρωπος που ζεί μακριά από το Χριστό σπάνια, πολύ σπάνια στρέφει τη σκέψη του στο Θεό. Και τότε όμως δεν το κάνει με καρδιακή πίστη κι αγάπη, αλλά μάλλον από ανάγκη, σα ν᾿ απευθύνεται σε κάποιο πρόσωπο που δεν το γνωρίζει καλά, που δεν του δίνει χαρά, που δεν τον τραβάει. Γι᾿ αυτό βλέπουμε πως εκείνοι που ζού κοντά στο Χριστό δεν Τον αφήνουν στιγμή από τη σκέψη και την καρδιά τους. Ζούν «εν Χριστώ».

Ο Χριστός είναι η ανάσα τους, η τροφή, το πιοτό, το ενδιαίτημά τους, είναι τα πάντα. Με την προφορά του γλυκυτάτου ονόματός Του και το ευεργετικό άγγιγμά Του προσκολλώνται σ᾿ Εκείνον με όλη τους την ύπαρξη. «Εκολλήθη η ψυχή μου οπίσω σου» ( Ψαλμ. Ξβ΄ : 9), λέει ο Ψαλμωδός. Σ᾿ αυτήν την προσκόλληση νιώθουν την πιο ανέκφραστη μακαριότητα, που ο κόσμος δε γνωρίζει καθόλου.

Αυτά είναι τα σημεία με τα οποία αναγνωρίζεται ποιος βρήκε το Χριστό κι είναι κοντά Του και ποιος όχι. Εκείνοι που δε γνώρισαν το Χριστό ζούν σ᾿ αυτή τη ζωή χωρίς καρδιακή πίστη. Σκέφτονται και μεριμνούν μόνο για τα εγκόσμια πράγματα, δηλαδή πως θα διασκεδάσουν, πως θα φάνε και θα πιούν καλύτερα, πως θα ντυθούν κομψά, πως θα ικανοποιήσουντίς σαρκικές τους επιθυμίες, πως θα σκοτώσουν το χρόνο τους που δεν έχουν τι να κάνουν, ενώ εκείνος (ο χρόνος) τους αναζητεί κι όταν δεν τους βρίσκει, φεύγει αμέσως μπρός από τα μάτια τους. Η μέρα διαδέχεται την ημέρα και η νύχτα τη νύχτα, ο μήνας το μήνα και το έτος το έτος. Τελικά φτάνει η φοβερή τελευταία ώρα και ακούνε τη φωνή:

«Τέρμα· ο δρόμος τέλειωσε. Ως εδώ ήταν ο χρόνος σου. Οι αμαρτίες κι οι ανομίες σου προπορεύτηκαν. Θα πέσουν επάνω σου μ᾿ όλη τους τη δύναμη και θα σε συνθλίβουν με το βάρος τους αιώνια».

Αγίου Ιωάννου της Κρονστάνδης